Many investigators have reported the increasing incidence of pervasive developmental disorders (PDD), noting that this is probably due to more precise diagnoses, as a result of professionals’ increased awareness and knowledge, as well as increased public
awareness. Child mental health services are usually the first to examine these patients and consequently are required to deal with this increase on a practical basis. The aim of this study is to investigate the factors which may be responsible for this increase in PDD cases in a community
mental health centre over a ten year period and to examine whether this has led to a differentiation in service delivery. Consequently, two sets of factors are investigated: factors pertaining to the children themselves, as well as their families and factors related to service provision and delivery.
48 children, aged between 2 and 6 years (Mean: 3,5 yrs) with pervasive developmental disorder, as well as their families are divided into two groups according to year of intake. Data collected from patient files included prenatal and perinatal information; medical the and developmental history;
family functioning; and hereditary factors. Data from the Service included professionals involved in each case; number of diagnostic sessions; referral for further examinations; patient’s symptoms and level of functioning; cognitive functioning; recommendations and outcome. There was no significant
difference in age at intake between groups. The number of cases with pervasive developmental disorder has doubled over a ten year period at our Service. There was no significant difference between groups, with regard to conception, perinatal, developmental and medical histories. There
is a trend for increased non-medical referrals. Service delivery has not differentiated over the ten year period. In conclusion, no specific factors were identified to justify the increase in PDD cases at our Service over a ten year period, however the trend for more non-medical referrals seems to
imply a rise in public awareness of these disorders. Despite augmented patient intake without the complementary increase in staff, service provision at our setting has remained stable, delivered according to a multidisciplinary model and designed according to individual patient needs.
Key words: pervasive developmental disorders, community services, service provision, frequency

Σε πολλές έρευνες έχει αναφερθεί η αύξηση της συχνότητας των περιστατικών με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή και οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι αυτή η αύξηση πιθανόν να οφείλεται σε ακριβέστερη διάγνωση που είναι αποτέλεσμα της αυξημένης γνώσης και ευαισθητοποίησης των επαγγελματιών υγείας για αυτή τη διαγνωστική οντότητα, καθώς και της αυξημένης ευαισθητοποίησης του κοινού. Παρόλο που δεν έχουν αποκλεισθεί άλλες αιτίες για αυτή την αύξηση, δεν υπάρχει καμιά σαφής ένδειξη από τις έρευνες αυτή τη στιγμή. Οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας παιδιών είναι συνήθως οι πρώτες που καλούνται να διαγνώσουν αυτά τα περιστατικά και συνεπώς να τα αντιμετωπίσουν σε πρακτικό επίπεδο. Στην Ελλάδα οι υπηρεσίες που εξυπηρετούν τα παιδιά με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή και τις οικογένειες τους ήταν ανεπαρκείς, ακόμα πριν από την αυξημένη ζήτηση για παροχή υπηρεσιών των τελευταίων χρόνων. Πολλά από αυτά τα περιστατικά και οι οικογένειες τους δεν τυγχάνουν της κατάλληλης παρέμβασης έγκαιρα. Οι επαγγελματίες στα κέντρα κοινοτικής ψυχικής υγιεινής φέρουν μεγάλη ευθύνη στην καθοδήγηση αυτών των ασθενών στα κατάλληλα θεραπευτικά και εκπαιδευτικά πλαίσια, που στο δημόσιο τομέα είναι δυσεύρετα ή δεν έχουν διαθέσιμες θέσεις. Ο σκοπός της μελέτης αυτής είναι η διερεύνηση των παραγόντων που μπορεί να οδηγούν σε αυτήν την παρατηρηθείσα αύξηση σε ένα κοινοτικό κέντρο ψυχικής υγείας κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας, καθώς και οι πιθανές επιπτώσεις της στην παροχή υπηρεσιών. Στην παρούσα έρευνα μελετήθηκαν δύο ξεχωριστές ενότητες: παράγοντες που αφορούν τα παιδιά και τις οικογένειες τους και παράγοντες που αφορούν την παροχή υπηρεσιών της συγκεκριμένης υπηρεσίας. 48 παιδιά (2–6 ετών, μέση ηλικία 3,5 έτη) με τη διάγνωση της διάχυτης αναπτυξιακής διαταραχής χωρίσθηκαν σε δύο ομάδες ανάλογα με το χρόνο παραπομπής τους. Τα εξής στοιχεία συνελέγησαν από τους φακέλους των ασθενών που τηρούνται στην υπηρεσία: φύλο, ηλικία κατά την παραπομπή, συμπτώματα σύμφωνα με τους γονείς, προγεννητικά και περιγεννητικά συμβάντα, ιατρικό και αναπτυξιακό ιστορικό του παιδιού, εκπαίδευση και κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των γονέων, εθνικότητα, οικογενειακή κατάσταση και λειτουργία, κληρονομικοί παράγοντες, στρεσογόνα γεγονότα, πηγή παραπομπής, πληροφορίες για το σχολείο και άλλες υπηρεσίες που ήδη είχαν επισκεφθεί. Τα στοιχεία από την υπηρεσία αφορούν τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας που ενεπλάκησαν σε κάθε περιστατικό (παιδοψυχίατρος, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, λογοπεδικός, εργοθεραπευτής), τον αριθμό των διαγνωστικών συνεδριών, την παραπομπή για άλλες ιατρικές εξετάσεις (νευρολογική, ενδοκρινολογική, γενετική, ακουολογική), τα συμπτώματα του παιδιού κατά τη διαγνωστική φάση (συμπεριφορά, επικοινωνία, λόγος, κ.ά), το επίπεδο λειτουργίας και τη γνωστική λειτουργία, τις προτάσεις στους γονείς για την παρέμβαση και την έκβαση. Δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες όσον αφορά την ηλικία του παιδιού κατά την παραπομπή. Τα περιστατικά με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή έχουν διπλασιαστεί κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας. Παρόλ' αυτά δεν υπάρχει κάποια σαφής ένδειξη για την αιτία αυτής της αύξησης στους παράγοντες που διερευνήθηκαν, εκτός από μια τάση για μη ιατρικές παραπομπές.Η παροχή υπηρεσιών δεν έχει διαφοροποιηθεί μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα. Συμπερασματικά, δεν εντοπίστηκαν συγκεκριμένοι παράγοντες που θα μπορούσαν να αιτιολογήσουν την αύξηση των παιδιών με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή στην συγκεκριμένη υπηρεσία κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας. Η τάση για μη-ιατρικές παραπομπές ίσως να δείχνει μια μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση του κοινού. Παρόλο που τα περιστατικά στην υπηρεσία έχουν διπλασιαστεί, χωρίς την παράλληλη αύξηση του αριθμού των επαγγελματιών που εργάζονται σ’αυτή, η παροχή υπηρεσιών έχει παραμένει σταθερή, σύμφωνα με το διεπιστημονικό μοντέλο, και βασίζεται στις ειδικές ανάγκες του κάθε ασθενούς και της οικογένειάς του.

Λέξεις ευρετηρίου: διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές, κοινοτικές υπηρεσίες, παροχή υπηρεσιών, συχνότητα

Μ. Βλασσοπούλου, Β. Ρότσικα, Λ. Μελά, Ζ. Καλογεράκης, Δ. Πλουμπίδης, Ε. Λαζαράτου, Δ.Κ. Αναγνωστόπουλος (σελίδα 294) - Πλήρες άρθρο (Αγγλικά)